Μέσα σ’ όλους τους Ήρωες που τιμούμε στα θέματα που πραγματεύεται αυτόν τον μήνα, τιμώντας το διαχρονικό ηρωισμό των Ελλήνων, και αυτό αφ’ ενός να τιμήσουμε την έναρξη της Επανάσταση που έγινε τον Μάρτιο του 1821, τιμούμε και τους Ήρωες της Κύπρου οι οποίοι την 1η Απριλίου 1955 και αυτοί Έλληνες ξεσηκώθηκαν εναντίον των Άγγλων και αφετέρου να παρουσιάσουμε ένα γράμμα –ομιλία της Κύπριας Ελληνίδας της Ανδριανή Ζαχαριάδου-Μιχαήλ που γράφηκε την 9-4-1997.

 

Ιστοσελιδες  
HellenicEagle
EuropeanEagle
ApodimosStudents
HellenicGlossary
HellenicArtAlmanac
HellenicOpinionCounter
Theodromion
Apodimos-RealEstate
ApodimosEllas
DimotikesEkloges

Apodimos.Gr
Apodimos Radio Station OnLine
ApodimosHellas
Apodimos TV

 

 

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ στους ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ.

Της Ανδριανή  Ζαχαριάδου-Μιχαήλ – www.Apodimos.com

Μέσα σ’ όλους τους Ήρωες που τιμούμε στα θέματα που πραγματεύεται αυτόν τον μήνα, τιμώντας το διαχρονικό ηρωισμό των Ελλήνων, και αυτό αφ’ ενός να τιμήσουμε την έναρξη της Επανάσταση που έγινε τον Μάρτιο του 1821, τιμούμε και τους Ήρωες της Κύπρου οι οποίοι την 1η Απριλίου 1955 και αυτοί Έλληνες ξεσηκώθηκαν εναντίον των Άγγλων και αφετέρου να παρουσιάσουμε ένα γράμμα –ομιλία της Κύπριας Ελληνίδας της Ανδριανή Ζαχαριάδου-Μιχαήλ που γράφηκε την 9-4-1997.

Σ’ αυτό το άρθρο μας, του Online Magazine του Apodimos.com δεν θα αναφερθούμε στην αρχειακή αρθρογραφία μας για τα θέματα της Κύπρου στον αγώνα τους, εναντίον της ξενόφερτης κατάκτησης των Κυπριακών Εδαφών από τις τουρκικές δυνάμεις ,

§          ούτε για τα προβλήματα που έχουν σχέση για τον αγώνα της Κύπρου για την πιστοποίηση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία, παρ’ όλο που η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρες μέλος στην Ε.Ε. ,

§          ούτε για τους αγώνες της για την επιστροφή των αγνοουμένων ,

§          ούτε  για την καταστροφή των Πολιτισμικών και θρησκευτικών στοιχείων που έχει γίνει στα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη ,

§          ούτε για  τις περιουσίες που έχουν καταληφθεί από Τούρκους κατακτητές κλπ ,  

αλλά θα παρουσιάσουμε στους πολυπληθείς επισκέπτες και αναγνώστες του Portal μας τα αρχειακά άρθρα μας σαν ανάμνηση και αναγνώριση της προσφοράς των Ηρώων της Κύπρου διότι το Apodimos.com θα προσπαθεί για τις αρχές που μας διδάξαν και τους αφιερώνουμε τα πιο κάτω άρθρα μας

*        του 2000  Εμείς δεν ξεχνούμε

*        του ΦΕΒ 2003 ΚΥΡΗΝΕΙΑ, ΜΙΑ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ με ΠΟΛΛΑ ΜΥΝΗΜΑΤΑ για ΠΟΛΛΟΥΣ.

*        του 2005 ΑΠΡΙΛ ΑΥΤΗ Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣ της ΚΥΠΡΟΥ, είναι εις ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ της ΕΟΚΑ.

*        και την επιστολή της Κυπρίας Ελληνίδας της Ανδριανή Ζαχαριάδου-Μιχαήλ η οποία θα πρέπει να γίνει σαν δείγμα των ιστορικών καταβολών των ελληνικών που στηρίζουν την εθνική μας ταυτότητα και τις ρίζες μας.   

Η επιστολή – ομιλία  της παρουσιάστηκε στο cyprusref.ethnodata.gr με τίτλο:

ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Ούτε και φέτος μας ήταν δυνατό να περάσουμε αδιάφοροι δίπλα από την επέτειο του ξεσηκωμού του ελληνισμού της Κύπρου, την 1η Απριλίου 1955, και να την αφήσουμε απαρατήρητη. Δεν μας είναι δυνατό αυτό, γιατί τα γεγονότα της τραγικής ιστορίας της Κύπρου, καλπάζουν, θέλουν να μας κρατάνε σε εγρήγορση κι είναι τόσο συγκλονιστικά που ξεσηκώνουν συνειδήσεις και ανάβουν και πάλι τις καρδιές μας τη φλόγα για τη Λευτεριά και το δίκιο μας.

Κληθήκαμε σήμερα να καταθέσουμε αφιέρωμα, το απόσταγμα της ψυχής μας σαν ελάχιστο φόρο τιμής κι ευγνωμοσύνης σ' εκείνους που μέσα από τα βάθη της Ιστορίας μας, γνωστοί και άγνωστοι, άφησαν σταθμούς τόσο τιμητικούς, που μας γεμίζουν χαρά κι υπερηφάνεια που είμαστε απόγονοί τους.

Η παλλαϊκή αυτή παρουσία, είτε σαν συμμετοχή στο πρόγραμμα αυτής της εκδήλωσης είτε σαν απλή παρουσία, φανερώνει όχι μόνο την αγάπη μας και το σεβασμό προς τους ήρωές μας, αλλά και την προσήλωσή μας στα ιδανικά, τους πόθους και το πιστεύω τους.

Είναι αξιοσημείωτο ότι στη μακραίωνα ιστορία μας διαφαίνεται έντονα σε όλους τους τομείς η ελληνική ταυτότητα της Κύπρου. Τα ευρήματα οποιασδήποτε περιόδου δηλώνουν άμεση σχέση και επαφή με τον ελληνικό πολιτισμό. Η γλώσσα, οι τέχνες και τα γράμματα καθώς και η θρησκεία βαδίζουν πάνω στην ίδια συνισταμένη. Δεν ήταν βέβαια μια επέκταση του ίδιου του ελληνισμού. Οι δε σχέσεις των Ελλήνων της Κύπρου με τους Έλληνες της κυρίως Ελλάδας ήταν σχέσεις αγάπης και αδελφοσύνης, ιδιαίτερα σε χαλεπούς καιρούς κινδύνων, διωγμών, επιδρομών ή σκληρής σκλαβιάς. Σε τέτοιες δε δυστυχείς συγκυρίες Κύπρος και Ελλάδα έγραψαν με χρυσά γράμματα ονόματα ηρώων, αγίων και μαρτύρων, στις σελίδες της Ιστορίας τους.

Χρέος δικό μας είναι φυσικά να τους τιμούμε, αλλά πρέπει και να τους διαβάζουμε. Να μελετούμε τον τρόπο ζωής τους, καθώς και τον τρόπο της προσφοράς και της θυσίας τους, για να δίνουμε το οξυγόνο της επιβίωσης στο έθνος μας. Γνωρίζοντας την Ιστορία μας και έχοντας πρότυπα τους άξιους απογόνους μας έχουμε μια αλάθητη πυξίδα που θα μας οδηγεί με ακρίβεια σε έργα μεγάλα και ηρωικά.

Πώς θα 'βρισκε το δρόμο το έθνος μας να βγει μέσα απ' το βαθύ σκοτάδι των 400 χρόνων της τούρκικης σκλαβιάς, αν δεν κρατούσαν οι παπάδες κι οι καλόγεροι ζωντανή την ιστορία και την πίστη μας στις ψυχές των σκλαβόπουλων κάτω από τη σκέπη του Θεού μ' ένα καντήλι κι ένα ψαλτήρι. Μέσα από το μακρινό μας παρελθόν εκπέμπονται μηνύματα και παρακαταθήκες των προγόνων μας, οι δε ήρωες κάθε επόμενης γενιάς τα φύλαγαν μέσα τους κι ορκίζονταν να γίνουν «πολλώ κάρωνες τούτων».

Γι' αυτό η Ελλάδα έγραψε σελίδες δόξας στον Μαραθώνα, Θερμοπύλες, Σαλαμίνα. Έγραψε το θαύμα του '21, το έπος του '40, έχοντας πάντα στο πλάι της και την Κύπρο. Αυτό υποδηλοί το μήνυμα που έστειλε ο Εθνομάρτυρας Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός στους αδελφούς Έλληνες: «Η Κύπρος από τη θέση που βρίσκεται θα στείλει για την επανάσταση ό,τι βοήθεια χρειαστεί, καθώς και τα παλικάρια της».

Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός ήταν μυημένος στη Φιλική Εταιρεία καθώς και άλλες εξέχουσες προσωπικότητες της Κύπρου που κατείχαν καίριες διοικητικές θέσεις στην Ελλάδα, όπως ο Χαράλ. Μάλης, οι αδελφοί Νικόλαος και Θεόφιλος Θησέας κ.ά.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός όμως ποτέ δεν εγκατέλειψε το ποίμνιό του ούτε κι όταν τον παρακαλούσαν να τον φυγαδεύσουν για να γλιτώσει τον απαγχονισμό. Μας άφησε την ιστορική απάντησή του γεμάτη αλτρουισμό, γενναιοψυχία και πατρική στοργή: «παρά το γαίμα τους πολλούς εν κάλλιο του Πισκόπου» κι έτσι δέχτηκε τη συρτοθηλιά στο λαιμό του, κάτω από μια μουριά στη Λευκωσία, στις 9 Ιουλ. 1821. Νόμισε πως το θεριό θα ξεδιψούσε μόνο με το δικό του αίμα και θα εξαργύρωνε τη ζωή των άλλων με το δικό του θάνατο. Δυστυχώς πολλοί κληρικοί και 416 πρόκριτοι σφαγιάστηκαν την ίδια μέρα από τους Τούρκους. Με το αίμα τους πνίγηκε η Κύπρος και δεν μπόρεσε πια να σηκώσει κεφάλι.

Εξακολούθησε να στενάζει σιδηροδέσμια μέχρι το 1878. Τότε τη σύρανε στο σκλαβοπάζαρο οι Τούρκοι για ν' αλλάξει αφέντη. Άγγλος ο νέος αφέντης, ευγενικός και «πολιτισμένος». 

Η καρδιά της Κύπρου όμως παρέμενε πάντα ελληνική όσους αφέντες κι αν άλλαξε.

Μια ελπίδα άρχισε να ζωντανεύει μέσα της. Πίστεψε πως οι Άγγλοι εύκολα θα επέτρεπαν την ένωσή της με την Ελλάδα. Έσπευσαν οι Έλληνες και μαζί με το καλωσόρισμα εξέφρασαν και το φλογερό αίτημά τους.

Σαν άρνηση ήταν το επιχείρημα πως θα κακοφαινόταν στους Τούρκους και οι αναβολές όλο και πλήθαιναν. Χάριν της Ελευθερίας και της Ένωσης πήραν μέρος στον 1ο Παγκόσμιο πόλεμο με το σύνθημα «είς οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης». Πολλοί απ' αυτούς έβαψαν με το αίμα τους κι άφησαν τα κόκαλά τους στα μακεδονικά βουνά. Ούτε κι αυτό όμως έκαμψε τους Άγγλους -δήθεν συμμάχους μας- και ο εμπαιγμός συνεχιζόταν.

Τον Οκτώβριο του 1931 έχασε κι η υπομονή τον έλεγχό της και οι Έλληνες της Κύπρου με πρωτοστάτη το Μητροπολίτη Νικόδημο Μυλωνά κήρυξαν αντίσταση για την Ένωση και μόνο.  Τότε έχασαν κι οι Άγγλοι τον έλεγχο της υποκρισίας, πέταξαν τ' προσωπεία κι άρχισαν να χτυπούν αδιάκριτα. Ο απολογισμός: ένας νεκρός, πολλοί τραυματίες και ο Νικόδημος Μυλωνάς εξόριστος στα Ιεροσόλυμα, όπου πέθανε μακριά από την αγαπημένη του Κύπρο.

Η ελπίδα όμως που πεθαίνει πάντα τελευταία ξανάδωσε κουράγιο στους Έλληνες της Κύπρου και πίστεψαν πως με την εθελοντική τους συμμετοχή στο 2ο Παγκόσμιο πόλεμο η Ένωση, το προαιώνιο όνειρο, θα γινόταν πια πραγματικότητα. Και πάλι βρέθηκαν στη φωτιά του πολέμου, πάνω στα βουνά της Πίνδου, για να ποτίσουν με περισσότερο αίμα το δέντρο της Λευτεριάς, ίσως κι απλώσει τη σκιά του και σκεπάσει και την Κύπρο. Του κάκου όμως. Με τον ερχομό της Ειρήνης έφυγαν οι υποσχέσεις.

Τότε, για ν' ακουστεί και πιο έξω το αίτημα της Κύπρου, ο Αρχιεπίσκοπός της Μακάριος ο Β΄, γέρος, αλλά σοφός και φλογερότατος πατριώτης, διενήργησε δημοψήφισμα (15-1-50) με το αίτημα «αξιούμεν την Ένωσιν της Κύπρου με την Ελλάδα». Το 97% έβαλαν πάνω απ' όλα τη φωνή της Πατρίδας και αψηφώντας τις απειλές των Άγγλων αξίωσαν την Ένωση

Οι πολιτισμένοι όμως της γης ούτε μ' αυτό συγκινήθηκαν κι άφησαν τους Άγγλους ανενόχλητους να καταπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και να εφαρμόζουν τα αποικιοκρατικά τους σχέδια.

Μετά από τον εμπαιγμό τόσων χρόνων έφτασε και η σκληρή γλώσσα να θέσει τάχα τέρμα στην ενόχληση που τους προκαλέσαμε. Ένα λακωνικό «ουδέποτε η Κύπρος θα αποκτήσει την ελευθερία της» απ' το στόμα του υφυπουργού Αποικιών της Αγγλίας Hopkinson στάθηκε ικανό όχι να μας σταματήσει, αλλά να μας φέρει αντιμέτωπους με τον κατακτητή και με τα όπλα στα χέρια.

Την 1η Απριλίου 1955 τη δόνησε όχι ένα μεγάλο ψέμα, αλλά η μεγαλύτερη αλήθεια στην Ιστορία της Κύπρου. Μύρισε παντού μπαρούτι κι ένα μυστήριο φαινόταν να υφαίνεται στους κόρφους της.

Το μυστήριο των εκρήξεων της γλυκιάς εκείνης αυγής το επικάλυψε στο φως του ήλιου ο αρχηγός της ΕΟΚΑ Διγενής με τις προκηρύξεις του. «Με τη βοήθεια του Θεού, με την πίστιν εις τον τίμιον αγώνα μας... Ή ταν ή επί τας... Εμπρός όλοι μαζί για τη Λευτεριά της Κύπρου μας».  Τα κρυμμένα παλικάρια που τόλμησαν να υψώσουν τη φωνή των όπλων στ' αυτά των αποικιοκρατών ήταν μόνο μια χούφτα, αλλά ορκίστηκαν «ή τη νίκη ή τη θανή». Η χούφτα δεν άργησε να γίνει εκατοντάδες, χιλιάδες, όλη η Κύπρος. Νόμιζες πως άκουσαν το Δεύτε Λάβετε Φως ι έτρεχε ν' ανάψει ο καθένας τη δική του λαμπάδα. Να ενωθεί με τους λαμπαδηφόρους της Λευτεριάς.

Ο όρκος «Ελευθερία ή Θάνατος» δεν άργησε να επιβεβαιωθεί.

Απ' την πρώτη κιόλας νύχτα ο πρώτος ήρωας Μόδεστος Παντελή πότισε τις διψασμένες ρίζες του «μαγικού δέντρου» της Λευτεριάς.

Το 1821 αντάμωσε το 1955 και τα κλέφτικα τραγούδια αντιλάλησαν και πάλι στα βουνά της Κύπρου και στήσανε χορό οι αντάρτες της ΕΟΚΑ με τους Κλέφτες του '21.

Οι σπηλιές γέμισαν ζωή και τα δάση καμάρωναν και έκρυβαν με στοργή τη λεβεντιά των παλικαριών της ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών) με αρχηγό το Γ. Γρίβα με το ψευδώνυμο Διγενής. Αρχηγός στον πολιτικό τομέα ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ο Γ.

Οι Άγγλοι έδιναν πολλά για να ιδούν έστω και τη σκιά των αγωνιστών, μέχρι που έκαιγαν τα δάση για να τους ανακαλύψουν, αλλά παγιδεύονταν οι ίδιοι μέσα στις φλόγες.

Γι' αυτό έφτιαξαν πρόχειρες φυλακές και κρατητήρια κι έκλειναν μέσα αθώους χωρίς δίκη ή με μια υποψία για να ικανοποιήσουν την ψευτοπερηφάνια τους.

Οι Τούρκοι βρήκαν το στοιχείο τους. Ήταν τα εκτελεστικά όργανα των Άγγλων στα βασανιστήρια και στους απαγχονισμούς των Ελλήνων.

Οι μάχες των παλικαριών με τους Άγγλους έγιναν καθημερινή είδηση. Oι θυσίες στο βωμό της Λευτεριάς όλο και πύκνωναν. Το ανεξήγητο για τους Άγγλους ήταν ότι ο αγώνας θέριευε όσο αυτοί σκλήρυναν τη στάση τους. Οι ήρωες γινόντουσαν πηγή αποφασιστικότητας κι ανδρείας. Τα μαθητούδια κι οι δάσκαλοι βγήκαν στα μαρμαρένια αλώνια να γράψουν μαζί την Ιστορία του Έθνους.

Φωτεινό παράδειγμα ο δάσκαλος Φώτης Πίττας με τους 3 συναγωνιστές του Ξ. Σαμάρα, Α. Κάρυο και Η. Παπακυριακού, που μετέτρεψαν τον αχυρώνα του Λιοπετριού σε νέο χάνι της Γραβιάς.

Ο 17χρονος μαθητής Ευ. Παλληκαρίδης αφήνοντας τον τελευταίο του χαιρετισμό στο θρανίο του για το δάσκαλο και τους συμμαθητές του, τραβάει προς την ανηφοριά να βρει τη Λευτεριά, «Γεια σας,παλιοί συμμαθητές. Κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μην τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του, δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό μονάχα». Με την ποιητική του δυνατότητα που τον διέκρινε ο Ευαγόρας εκφραζόταν και επικοινωνούσε με τους θεούς, με τη Λευτεριά και τους ήρωες. Θαύμαζε τόσο πολύ τους ήρωες, που 'δειχνε σαν να τους ζήλευε και τους έγραφε:

Μόνο στο δικαστή του που του απήγγειλε την κατηγορία ότι μετέφερε ένα αποσυναρμολογημένο όπλο και τον ρώτησε αν έχει τίποτε να πει απάντησε πεζά κι επιγραμματικά: Ξέρω ότι θα με καταδικάσετε σε θάνατο. Ό,τι έκαμα το 'καμα σαν Έλληνας που πολεμά για την Ελευθερία του. Τίποτε άλλο.

Κι ο δικαστής τον καταδίκασε στο δια του απαγχονισμού θάνατο.

Το βράδυ του απαγχονισμού οι φυλακές σειόντουσαν από τα τραγούδια και τα θούρια που έψαλλαν οι εκατοντάδες αγωνιστές κρατούμενοι για να δώσουν κουράγιο στον έφηβο. Σε μια φωνή «Θάρρος, Παλληκαρίδη» ακούστηκε με στεντόρεια φωνή η απάντηση «Θάρρος έχω, αδέρφια. Βαδίζω προς την αγχόνη γελαστός κι αποφασιστικός. Συνεχίστε τον αγώνα. Ζήτω η Ένωσις». Και μετά! Μετά ο βαρύς γδούπος της καταπακτής και νόμισε ο δυνάστης πως έπνιξε τη μούσα του παλικαριού. Τότε είναι που τα τραγούδια του έγιναν θούρια και παιάνες που αντηχούσαν σ' όλη την Κύπρο και τα ψάλλουμε μέχρι σήμερα.

Ο Παλληκαρίδης δεν ήταν ο μόνος που απαγχονίστηκε. Ήταν ο ένατος και ο τελευταίος όπως ευχήθηκε. Εννέα μνήματα φυλακισμένα έκρυψαν στα σπλάχνα τους την τόλμη και την αρετή. Φιλοξένησαν τους ελεύθερους και τους αθάνατους μέχρι που να «ρθει η Λευτεριά ν' ανοίξει τις πύλες κι η φυλακή να γίνει εκκλησιά». Και πράγματι τώρα είναι ένα προσκύνημα.

Οι άλλοι απαγχονισθέντες είναι:

Ο καθένας άφηνε πίσω του αγαπημένα πρόσωπα, μια ηρωική δράση και ένα βίο ενάρετο μέχρι αγιοσύνης, αλλά και τη στερνή τους επιθυμία: «Συνεχίστε τον αγώνα».

Τα φυλακισμένα μνήματα δεν ήταν μόνο για τους απαγχονισθέντες αλλά και για κείνους τους ήρωες που η ταφή στη γενέτειρά τους για τους Άγγλους θα ήταν κίνδυνος. Ήξεραν πως η κηδεία ενός ήρωα ήταν σφυρηλάτηση της θέλησης και της αγωνιστικότητας των υπολοίπων. Ήταν πηγή δύναμης και ανδρείας. Αυτοί ήταν:

Ο αθέατος από τους εχθρούς ημίθεος μαζί με τον αγέρωχο ελεύθερο φυλακισμένο έφηβο, έδωσαν μαθήματα ηρωισμού κι αυτοθυσίας, που υπερβαίνουν τα όρια της υπερβολής και του μύθου και βάδισαν μαζί προς την αθανασία. Εφόσον όμως ζουν ακόμη τα μάτια που τους είδαν, τα αυτιά που τους άκουσαν και οι άνθρωποι που βίωσαν από κοντά τη μυθική τους δόξα, δεν είναι μύθος, είναι μια ασύλληπτη πραγματικότητα που όσο και να επιστρατεύσουμε τη δύναμη του λόγου μας δεν φτάνουμε στο ύψος της θυσίας τους.

Ο Γρηγ. Αυξεντίου από τη Λύση Αμμοχώστου υπηρέτησε σαν έφεδρος αξιωματικός στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Όταν όμως άρχισε ο αγώνας της γλυκιάς του Πατρίδας, που με ανυπομονησία τον περίμενε, ορκίστηκε από τους πρώτους στη στρατιωτική του τιμή να δώσει και τη ζωή του αν χρειαστεί. Γρήγορα διακρίθηκε από τον αρχηγό Γ. Γρίβα Διγενή και διορίστηκε υπαρχηγός της ΕΟΚΑ.

 O Γ. Γρίβας από το Τρίκωμο Αμμοχώστου, Συνταγματάρχης στον Ελληνικό Στρατό, στο κάλεσμα της ιδιαίτερής του πατρίδας έφτασε κρυφά για ν' αναλάβει αρχηγός στον ένοπλο αγώνα. Ο Αυξεντίου σαν αϊτός πέταγε πάνω στα βουνά της Κύπρου και μαζί με τα παλικάρια του πετύχαινε καίρια πλήγματα στον εχθρό. Τα παλικάρια του τ' αγαπούσε και τους έδινε πάντα συμβουλές και επιταγές. Την πιο βαρυσήμαντη την είπε τα τελευταία του Χριστούγεννα γύρω από ένα απλό τραπέζι και μ' ένα ποτήρι κρασί για πρόποση. «Είτε ζήσουμε είτε πεθάνουμε ένα πρέπει να είναι το έπαθλο για νεκρούς και ζώντες: Να γίνει η Κύπρος ελεύθερη κι ευτυχισμένη στην αγκαλιά μιας Ελλάδας που θα λάμπει με τη δόξα και το μεγαλείο της. Θα είναι το μεγαλύτερο αίσχος για μας αν καμφθούμε στο τέρμα ενός τόσον υπέροχου αγώνα. Η πίστη μας προς τη νίκη πρέπει να μείνει ακλόνητος».

Οι προσπάθειες των εχθρών να συλλάβουν τον Αυξεντίου ήταν υπεράνθρωπες. Αυτός όμως περνούσε από μπροστά τους μεταμφιεσμένος καλόγερος κι εκείνοι έψαχναν στα υπόγεια να τον βρουν. Η προδοσία όμως άρχισε σαν αράχνη να υφαίνει το πανί γύρω του. Ο κλοιός όλο και στένευε και η δόξα άρχισε αν τον τυλίγει. Ο ήρωας των ηρώων πήρε την απόφασή του κι έλεγε και ξανάλεγε: «Εγώ πρέπει να πεθάνω. Δε γίνεται αλλιώς, πρέπει να πεθάνω».

Μ' αυτό εννοούσε πως αν προτιμούσε τη ζωή στα χέρια των εχθρών, δεν θα ωφελούσε την Πατρίδα τόσο όσο με το θάνατό του, που θα 'δινε δύναμη και φτερά σ' αυτούς που θα 'μεναν. Ήξερε πως το αίμα του θα φούντωνε το δέντρο της Λευτεριάς και θα 'κανε πράξη το πιστεύω και τα λόγια του. Έτσι λοιπόν άρχισε η άνιση αναμέτρηση. Από το στόμιο της σκοτεινής του σπηλιάς έριχνε τις χειροβομβίδες και θέριζε με το οπλοπολυβόλο του τους ξένους καταπατητές του τόπου μας. Πολλοί έχασαν τη ζωή τους και το όνειρό τους να τον πιάσουν έγινε καπνός, γιατί ούτε από μακριά δεν στεκόντουσαν μπροστά του πια. Δέκα ώρες κράτησε η μάχη. Ένας μ' εκατοντάδες και το σκοτάδι ερχόταν σαν ένα προστατευτικό πέπλο διαφυγής του Αυξεντίου. Πρόλαβαν όμως οι άνανδροι κι έστειλαν από μακριά αδηφάγες φλόγες με βενζίνη και τότε παίχτηκε η τελευταία πράξη του δράματος. Η θυσία του ζωντάνεψε στη μνήμη μας τον Αθανάσιο Διάκο, τον Λεωνίδα, τον Ανδρούτσο, τον εθνομάρτυρα Κυπριανό, όλους αυτούς που είχε σαν πρότυπα στην ψυχή του.

Δεν τον θαύμασαν μόνο οι Έλληνες και οι ήρωες, αλλά και οι εχθροί του, που παρακολούθησαν τον άθλο του. Δεν κράτησαν τα αισθήματά τους και του έγραψαν μπαλάντες. Όπως ακριβώς το πρόβλεψε και το είπε, έτσι και έγινε μετά τη θυσία του. Κανείς πια δεν παραδινόταν στον εχθρό, αλλά προτιμούσαν το θάνατο πολεμώντας.

Να εξάρουμε ο μεγαλείο της θυσίας όλων των Ηρώων της ΕΟΚΑ δεν είναι δυνατό, γιατί είναι πάρα πολλοί, αλλά ένα έχουμε να πούμε: Μικροί και μεγάλοι Ήρωες δεν υπάρχουν, αφού όλοι έδωσαν το ακριβότερο αγαθό (τη ζωή τους) για τη Λευτεριά, είτε με ονοματεπώνυμο ένα τρόπο είτε με τον άλλο, εμείς τους ευγνωμονούμε και τους τιμούμε όλους. Είναι όλοι ΜΕΓΑΛΟΙ.

Οφείλω όμως ν' αναφέρω το μικρότερο σε ηλικία Ήρωα, αλλά μεγάλο στην τόλμη, Ανδρέα Αλεξάνδρου, αδερφό του Μ. Αλέκου Αλεξάνδρου, καθηγητή στην Παλλήνη (που έχουμε την τιμή να είναι ανάμεσά μας σήμερα). Ο Ανδρέας, όχι μόνο άριστος μαθητής αλλά και άριστος μαχητής, από τα 5 του έγινε ο φόβος των Άγγλων που περνούσαν από την Κώμα του Γιαλού. Οι βόμβες του ποτέ δεν αστοχούσαν. Την τελευταία όμως φορά δεν πρόλαβε να καλυφθεί και οι σφαίρες του εχθρού τον χτύπησαν θανάσιμα. Έπεσε ο Ανδρέας μ' ανοιχτή την αγκαλιά, θέλοντας ν' αγκαλιάσει το γαλανό του ουρανού και να το πάρει μαζί του αναφωνώντας «Ζήτω η Ένωσις».

Όσο για τους επιζήσαντες Ήρωες, που μερικοί ξαναζούμε πικρία τις παλιές εκείνες δόξες, δεν ευτύχησαν, κατά τον Παλληκαρίδη, να βρουν «των αθανάτων το κρασί» και κατά το Γιάννη το Σπανό, που έζησε στο ίδιο κελί της φυλακής με τον Παλληκαρίδη: «οι επιζήσαντες είναι οι πιο άτυχοι, γιατί έζησαν να δουν την Κύπρο να τουρκοπατείται και να σέρνεται κάθε μέρα στα διεθνή εθνοπάζαρα, ενώ αυτοί την ονειρεύτηκαν βασίλισσα στο θρόνο».

Όσο δύσκολο είναι να χωρέσει στο νου του ανθρώπου ο ηρωισμός και η αυτοθυσία των Ηρώων μας πραγματικά είναι το ίδιο δύσκολο να εξηγήσουμε γιατί ύστερα από ένα τετράχρονο υπέροχο αγώνα, που έφτασε σε δυσθεώρητο ύψος αποφασιστικότητας, οι τότε πολιτικοί μας ηγέτες Κύπρου και Ελλάδας συμβιβάστηκαν με μια λύση τόσο ξένη προς τα ιδανικά μας, τόσο μακριά από το σκοπό του αγώνα μας, τόσο ταπεινωτική για τους αγωνιστές μας.

Δεν ελήφθηκαν υπόψη οι τόσες εντολές και παρακαταθήκες των Ηρώων μας, που ξεψυχούσαν με τη Ένωση στα χείλη. «Εγώ πεθαίνω τώρα. Εσείς που μένετε όμως μόνο για την Ένωση να αγωνιστείτε». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Κώστα Λοΐζου, Ήρωα της ΕΟΚΑ. Ούτε τα τόσο σοβαρά λόγια του Αυξεντίου: «Θα είναι το μεγαλύτερο αίσχος αν καμφθούμε. Η πίστης μας προς τη νίκη πρέπει να μείνει ακλόνητος».

Εμείς όμως μετά την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης Λονδίνου 1959, αναγκαστήκαμε να σκύψουμε το κεφάλι και να δεχτούμε τους Τούρκους να μας διαφεντεύουν. Αυτούς που συμμάχησαν με τους Άγγλους και μας βασάνιζαν, σκότωναν, κρέμαζαν τ' αδέρφια μας και μας λεηλατούσαν.

Δεχτήκαμε Τούρκον αντιπρόεδρο, δικαίωμα μονομερούς επέμβασης, δικαίωμα ΒΕΤΟ στους Τούρκους. Η δε μεγαλύτερη ειρωνεία είναι που δεχτήκαμε Τούρκους στρατιώτες από την Τουρκία (ΤΟΥΡΔΥΚ) σαν εγγυητές της ασφάλειάς μας.

Αυτό ήταν το «εφικτό», μας είπαν. Μήπως θυσιάστηκαν οι Ήρωές μας μέσα στα όρια του εφικτού και της λογικής ; Συμβιβάζεται ποτέ ο ηρωισμός με τη σκέψη και τη σύνεση ; Ο ηρωισμός υπερβαίνει κάθε όριο μέτρου. Σώπασαν λοιπόν τα ντουφέκια και άδειασαν τα λημέρια από τους αντάρτες των βουνών. Κατέβηκαν στους κάμπους με ραγισμένη την καρδιά. Η αγάπη κι η αδερφοσύνη άρχισαν να δηλητηριάζονται. Βρίσκει έδαφος το σαράκι της διχόνοιας και αντιπαλεύουν οι συμβιβασμένοι με μια δήθεν ανεξαρτησία με τους ασυμβίβαστους. Καιρός ήταν να καταστρώσουν ανενόχλητοι και οι κουβαλητοί από την Τουρκία τα κατακτητικά τους σχέδια. Όσο εμείς τρωγόμασταν, τόσο εκείνοι καραδοκούσαν να βρουν την κατάλληλη στιγμή.

Το γνωστό πραξικόπημα εναντίον του αρχιεπισκόπου και προέδρου Μακαρίου του Γ΄ (1974) το θεώρησαν οι Τούρκοι σαν το καλύτερο έναυσμα για να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους.

Πρόσχημά τους να σώσουν τους Τουρκοκύπριους, που βέβαια δεν κινδύνευαν. Ο στρατός, τα τανκς, τα αλεξίπτωτα, τα καράβια και τ' αεροπλάνα που κινήσανε για την Κύπρο μπορούσαν να καταλάβουν και την Αμερική. Και όμως έλαμψε πάλι η ελληνική αρετή. Οι στρατιώτες μας όλοι μαζί πάλι στρέφουν τα όπλα στον εχθρό και γίνονται λιοντάρια. Τ' αποτελέσματα για τους Τούρκους ήταν να πάρουν ένα μικρό προγεφύρωμα, δηλ. ελάχιστα ικανοποιητικά.

Στην Ελλάδα έπεσε η δικτατορία κι επανέκαμψαν οι αυτοεξόριστοι πολιτικοί. Αποκαταστάθηκε η δημοκρατία κι άρχισαν οι πανηγυρισμοί. Από την Κύπρο ο πρόεδρος Μακάριος διέφυγε στο εξωτερικό με αεροπλάνο των βρετανικών βάσεων. Η Κύπρος αιματοκυλιόταν στα νύχια του πιο άγριου αρπακτικού, περίμενε απεγνωσμένα ν' απλωθεί από κάπου ένα χέρι βοήθειας. Αντ' αυτού όμως είδε να μαυρίζει πάλι ο ουρανός απ' τα σιδερένια γεράκια που ξερνούσαν βόμβες και σκορπούσαν το φόβο και το θάνατο. Από τα τούρκικα καράβια ξεχύνονταν φουσάτα που στο πέρασμά τους δεν έμενε τίποτε όρθιο. Η βαρβαρότητά τους ήταν η ίδια εκείνη η πατροπαράδοτή τους. Δεν προλαβαίναμε πια να μετράμε Ήρωες, θύματα, σφαγές, βιασμούς, πρόσφυγες, αιχμαλώτους και ό,τι άλλο βάρβαρο χωράει ο νους.

Ξαναπαίχτηκε ο δράμα της Μικρασιατικής καταστροφής. Στην κραυγή απόγνωσης κι αγωνίας ζητώντας βοήθεια από τη μητέρα Ελλάδα πήραμε την απίστευτη και που δεν έγινε ποτέ άλλοτε απάντηση: «Η Κύπρος είναι μακριά και δεν μπορεί η Ελλάδα να στείλει βοήθεια». Η δε διαταγή ήταν να οπισθοχωρήσει ο στρατός μας και ν' αφήσει τους Τούρκους να περάσουν.

Η απάντηση αυτή ήταν μαχαιριά για την Κύπρο κατευθείαν στην καρδιά, δεν ήταν όμως καθόλου πειστική.

Η Ιστορία μάς το διαψεύδει περίτρανα. Η Κύπρος ποτέ δεν ήταν μακριά από την Ελλάδα. Οι τριήρεις των Αχαιών πηγαινοέρχονταν και συνέδεαν παντοιοτρόπως Ελλάδα και Κύπρο. Ο Παυσανίας και ο Κίμωνας έφτασαν στην Κύπρο και έγραψαν νικηφόρες μάχες εναντίον των Περσών, εκατοντάδες χρόνια π.Χ. πώς ήταν δυνατό να πέφτει μακριά η Κύπρος για τα Φάντομ του 1974;

Οφείλουμε να τιμήσουμε στο σημείο αυτό τους αδελφούς μας Κρητικούς, που παρά την απαγόρευση εθελοντικά και με κίνδυνο της ζωής τους πέταξαν με τ' αεροπλάνο τους για να μας αναπτερώσουν το ηθικό. Δυστυχώς όμως έπεσαν μέσα στους καπνούς κι έγιναν θύματα της πολεμικής σύγχυσης. Δε θα τους ξεχάσουμε και θα τους τιμάμε πάντα.

Αφού πια η καταπράσινη Μόρφου, η ζηλευτή Κερήνεια, η Καρπασία κι η Αμμόχωστος με τη χρυσή της άμμο μείνανε πίσω από τα συρματοπλέγματα, άρχισε ο πόνος και η περισυλλογή.

Πού θα κατοικήσουν οι 200.000 πρόσφυγες ; 

Ποιος θα παρηγορήσει τις χαροκαμένες μάνες ;

Πότε θα γυρίσουν οι αιχμάλωτοι ;

Τώρα διανύουμε το 23ο έτος (το κείμενο γράφτηκε το 1997) και ο χρόνος προσπάθησε και τα κατάφερε να επουλώσει κάποιες πληγές. Δεν μπόρεσε όμως να κλείσει την πιο βαθιά και την άφησε ανοιχτή να πονάει και να αιμορραγεί. 1619 αιχμάλωτοι-αγνοούμενοι δεν έδωσαν κανένα ίχνος ζωής. Η γυναίκα, η μάνα, η αδερφή, μέρα και νύχτα αγναντεύουν ίσως και ξαφνικά φανεί ο αγαπημένος.

Κανένας δε γύρισε όμως για να πει για τους άλλους τι έγιναν, την τύχη και τα βάσανά τους να μάθουμε. Ο Ντενκτάς χωρίς ντροπή και με κομπασμό μάς λέει πως τους σκότωσε ο όχλος του κι εμείς αντί για εγκληματία πολέμου το δεχόμαστε συνομιλητή για την τύχη του τόπου μας.

Η γενιά της ΕΟΚΑ πού είναι; Έπαψε πια να γεννά ήρωες ; Αυτό φοβηθήκαμε για 23 χρόνια, αλλά φάνηκε πως έγινε μεταλαμπαδευτής της φλόγας στην καινούργια γενιά. Ο καυτός περσινός Αύγουστος έδωσε δείγματα αδιάσειστο πως η φύτρα δεν πήγε χαμένη.

Τα βρέφη του '74, τώρα άντρες πια, ξέρουν και δεν ξεχνούν πως το σπίτι και η εκκλησιά που βλέπουν είναι δικά τους. Καβάλησαν τα σιδερένια τους άλογα, τις μοτοσικλέτες τους, και πλαταγίζοντας τις γαλανόλευκες διεκδίκησαν το αναφαίρετό τους δικαίωμα να πάνε στα ιερά χώματά τους. Να μεταφέρουν έν